Bouquets: Artifact Conglomerations

Το έργο συνθέτει μια σειρά από τυχαία αντικείμενα που σχετίζονται με την ιστορία της τέχνης και του σχεδιασμού, άλλοτε διακοσμητικά κι άλλοτε χρηστικά, μετατρέποντάς τα σε ένα μη οριστικό αντικείμενο [μπουκέτο] που επιπλέει στο χώρο. Η μοντελοποιημένη/πλαστική αισθητική της εικόνας καλωσορίζει τις νέες γλώσσες έκφρασης που αγκαλιάζουν την έννοια του σφάλματος και οι οποίες πηγάζουν από την τέχνη, την τεχνολογία και τις σύγχρονες διασταυρώσεις τους.
Σχετικά Έργα
Την ώρα που ο παρατηρητής βρίσκεται μπροστά σε ένα έργο τέχνης και προσπαθεί να το καταλάβει, μπαίνει συνειδητά σε μια διαδικασία αναγνώρισης. Αυτό το επιτυγχάνει διότι ο εγκέφαλος αναγνωρίζει στο έργο τη σχέση μεταξύ κάποιων σχημάτων ή χρωμάτων και, αυτόματα, τα επαναφέρει στην μνήμη του. Αυτή η διαδικασία επιφέρει τις κατάλληλες συνθήκες για την δημιουργία νέων νευρωνικών επισυνάψεων. Χρησιμοποιώντας αυτές τις σταθερές, ο καλλιτέχνης προτείνει μια οπτικοακουστική performance με παρεμβολή του ήχου στην εικόνα σε πραγματικό χρόνο.
Είναι Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 1943 και η μικρή πόλη των Καλαβρύτων πυρπολείται από το κατοχικό στρατό της ναζιστικής Γερμανίας, ενώ ολόκληρος ο ανδρικός πληθυσμός,
συγκεντρωμένος σε έναν κοντινό λόφο αφανίζεται από τα πυρά. Αυτό το έγκλημα πολέμου θα καταγραφεί στην ιστορία, μαζί με τη σφαγή της Μεραρχίας Άκουι, ως η μεγαλύτερη μαζική δολοφονία στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου. Τρεις άνδρες που έζησαν αυτά τα γεγονότα ως παιδιά, κλειδωμένοι με τα υπόλοιπα παιδιά, τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους στο δημοτικό σχολείο των Καλαβρύτων, θυμούνται αυτήν την τραυματική εμπειρία.
Το παρόν έργο αποτελεί μια ψηφιακή, διαδραστική, οπτικοακουστική εφαρμογή που δύναται να λειτουργεί είτε ως εικονική εγκατάσταση με ταυτόχρονη προβολή του περιεχομένου σε φυσικό χώρο είτε ως εκτελέσιμο ψηφιακό πολυμέσο σε οποιοδήποτε ηλεκτρονική υπολογιστή, συμβατό με τις τεχνικές προδιαγραφές της. Πραγματεύεται τη ροή της πληροφορίας, τη δημιουργία, συλλογή, αποθήκευση, ερμηνεία και αξιοποίησή της μέσα από αντιληπτικούς μηχανισμούς που μεταλλάσσονται -επαυξάνονται ή υποβαθμίζονται- με τα διαθέσιμα εργαλεία της ψηφιακής πραγματικότητας και τη μετουσίωση αυτής από μια αλληλουχία σειριακών τιμών παρακείμενων και αναφορικών σε ένα ενιαίο συγκείμενο, σε αυτό που αποκαλείται ως νόημα ή σημασία. Οι συμμέτοχοι αυτής της πραγματικότητας καλούνται να εμπλακούν στο βαθμό νοηματοδότησης που τους εκφράζει και που κυμαίνεται από την καθαρά προσληπτική και εμπειρική θέαση έως την μανιώδη αποσαφήνιση του συνόλου του περιεχομένου.
Η Ζωή είναι μία 25χρονη φοιτήτρια, που ζει στο νησί της Κέρκυρας στην Ελλάδα, μαζί με τη μοναδική της φίλη και συγκάτοικο Άννα. Ξυπνώντας αργά ένα απόγευμα, η Ζωή συνειδητοποιεί πως η φίλη της αγνοείται και την αναζητεί μόνη μέσα στη νύχτα. Η παράξενα άδεια και ήσυχη πόλη, μία σειρά από περίεργα γεγονότα και η αίσθηση πως κάποιος την παρακολουθεί, την κάνουν να καταλάβει πως κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει και η ανάγκη της να βρει τη φίλη της γίνεται μεγαλύτερη.
Την ίδια στιγμή, έρχεται αντιμέτωπη με μία σκοτεινή, μαυροντυμένη ανθρώπινη φιγούρα που προσπαθεί να την αιχμαλωτίσει. Στην προσπάθεια της να διαφύγει, η Ζωή βρίσκεται σε ένα λευκό δωμάτιο που μέσα δεν έχει τίποτα άλλο παρά μόνο έναν καθρέφτη.
Καθώς προχωράει πιο κοντά στον καθρέφτη βλέπει πως κάποιος είναι παγιδευμένος μέσα σε ένα άλλο δωμάτιο. Πιστεύοντας πως είναι η Άννα πλησιάζει περισσότερο και περνάει μέσα από τον καθρέφτη στο άλλο δωμάτιο.
Καθώς κάθεται δίπλα στο άλλο πρόσωπο, πιστεύοντας πως είναι η Άννα, συνειδητοποιεί πως είναι η ίδια. Σε μία απελπισμένη και αποφασιστική στιγμή προσπαθεί να σώσει την σωσία της, συνειδητοποιώντας ωστόσο, πως η σωσίας της δεν μπορεί να περάσει από την άλλη πλευρά του καθρέφτη. Καταλαβαίνοντας πως δεν υπάρχει διαφυγή η σωσίας αφήνει το χέρι της Ζωής.
Η Ζωή ξυπνάει το πρωί στο δωμάτιο της, ντύνεται και πηγαίνει μία βόλτα δίπλα στη θάλασσα στην τώρα ζωντανή και γεμάτη φασαρία πόλη. Καθώς στέκεται και κοιτάζει τα κύματα, γνωρίζει μία κοπέλα, την Άννα, που κάθεται λίγο πιο δίπλα. Οι δύο κοπέλες κάθονται δίπλα στην θάλασσα και μιλάνε.
Ξεκινώντας με το λογοπαίγνιο του τίτλου- το οποίο συσχετίζει τον Εγκέφαλο (Brain) με τον Λαβύρινθο (Labyrinth)- η πολυκάναλη βίντεο–εγκατάσταση BRAIN_RINTH επιχειρεί μια ποιητική χαρτογράφηση των λειτουργιών του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη μνήμη, μέσα από διεπιστημονικές προσεγγίσεις που αφορούν στην τέχνη, την ιατρική και την τεχνολογία.
Το βίντεο ξεκινά με ένα Άλφα για να ολοκληρωθεί με ένα Ωμέγα, ενώ την αρχική σιωπή ακολουθεί ένας καταιγισμός άναρχων εικόνων, καθώς ένας εγκέφαλος σε έναν παροξυσμό ανασύρει μνήμες από το παρελθόν, για να καταλήξει και πάλι στη σιωπή.
Η ποιητική χαρτογράφηση ενός ανθρώπινου εγκέφαλου αντλεί υλικό από προσωπικά βιώματα με αφορμή ένα σώμα σε κρίση και ταυτόχρονα αναρωτάται: Λόγω του σοκ ενός τραύματος, η κατανόηση της λειτουργίας του σώματος, αλλά και της ίδιας της φύσης- πάνω στην οποία εναγωνίως προσπαθούμε να επιβληθούμε- μοιάζει απεγνωσμένη και αγχωτική. Αν λοιπόν, σταθούμε απέναντι στη φύση κρατώντας την απόσταση μιας αισθητικής ουδετερότητας, μήπως αυτό την κάνει να μοιάζει λιγότερο τρομακτική ;
Φιλμ-δοκίμιο που αναζητά μνημονικά ίχνη από μείζονα πολιτικά γεγονότα στο σώμα της πόλης της Αθήνας.
To Βlah ως εικαστικό έργο επιδιώκει τη διάδραση με το φαινόμενο του ομιλούντος υποκειμένου. Το έργο ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη φωνή με αέρα, και η ένταση του αέρα είναι ανάλογη της έντασης της φωνής.
Δανειζόμενο διαδικασίες εμβύθισης από το σωματικό θέατρο και το πλαίσιο του Black Box, το έργο επιδιώκει στη δημιουργία μιας απελευθερωτικής συνθήκης όπου οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να πειραματιστούν με τη φωνή τους έξω από το σύστημα της οργανωμένης γλώσσας.
Το Blah αποτελεί το εικαστικό μέρος της διπλωματικής μου εργασίας πάνω στη προβληματική των τριών διαστάσεων την οργανωμένης γλώσσας: επικοινωνία-έκφραση-νοηματοδότηση.
1x1x0.4
Στο βασίλειο της ακουστικής υπέρ-πραγματικότητας συναντάμε τα ηχητικά ομοιώματα της τάξης του Κακού. Αυτά είναι ηχητικά σήματα που κρύβουν και μετουσιώνουν μια βαθιά ακουστική πραγματικότητα. Είναι παραστατικές παραπομπές, που όμως αποκρύπτουν το πραγματικό και υιοθετουν το ρόλο της διαστρεβλωμένης εκδοχής του. Το ομοιώματα της τάξης του κακού είναι μία διαστροφή της πραγματικότητας. Με το ηχητικό έργο τέχνης «Φυσική Διαστροφή» ο καλλιτέχνης διερευνά αυτογενετικούς, αυτοποιητικούς, ανταποκρινόμενους και βιομιμητικούς τρόπους δημιουργίας. Εξερευνά δρόμους μέσα από τους οποίους το αυθεντικό φυσικό ηχητικό σήμα μπορεί να μετατραπεί σε μία ηχητική καρικατούρα και ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο ισορροπεί μεταξύ του σημαίνοντος και του σημαινομένου του, επαναπροσδιορίζεται ως μια νέα μουσική γλώσσα που εξυπηρετεί τόσο τις ακουσματικές όσο και τις μη κοχλιακές προσεγγίσεις της σύγχρονης ηχητικής τέχνης.
Στιγμές που συναντιούνται και συνθέτουν κάποιες καινούριες μέσα από clips λίγων δευτερολέπτων. Κοινό τους σημείο αποτελεί η συνειρμική σκέψη κατά τη δημιουργία τους και η αίσθηση της σουρεαλιστικής ονειρικής διάθεσης.
Στην εικόνα του σώματος ενυπάρχει κάθε έκφραση του υποκειμένου δηλώνοντας την έλλειψη του είναι, την οποία προσπαθεί να καλύψει η επιθυμία.












