Σχεσιακές Καταστάσεις

Την ώρα που ο παρατηρητής βρίσκεται μπροστά σε ένα έργο τέχνης και προσπαθεί να το καταλάβει, μπαίνει συνειδητά σε μια διαδικασία αναγνώρισης. Αυτό το επιτυγχάνει διότι ο εγκέφαλος αναγνωρίζει στο έργο τη σχέση μεταξύ κάποιων σχημάτων ή χρωμάτων και, αυτόματα, τα επαναφέρει στην μνήμη του. Αυτή η διαδικασία επιφέρει τις κατάλληλες συνθήκες για την δημιουργία νέων νευρωνικών επισυνάψεων. Χρησιμοποιώντας αυτές τις σταθερές, ο καλλιτέχνης προτείνει μια οπτικοακουστική performance με παρεμβολή του ήχου στην εικόνα σε πραγματικό χρόνο.
Σχετικά Έργα
Δημιουργία ομαδικής εγκατάστασης με τίτλο Διασταυρούμενοι Κόσμοι. Η εγκατάσταση θέτει ερωτήματα σχετικά με την πολυμορφικότητα και τη δυναμική του ψηφιακού κόσμου, τα όρια και τις δυνατότητες της τεχνολογίας και το πώς αυτή αλληλεπιδρά και μεταπλάθει τη σύγχρονη ζωή, δημιουργώντας νέα ερεθίσματα και μια εκ νέου θεώρηση της καθημερινότητας.
Multiple distance sensors trigger sound events ας people move around and get close to the grid with the srceens.
Πού πηγαίνουν οι μνήμες όταν χάνονται; Και όταν δεν τις ανακαλώ, βρίσκονται εκεί που τις άφησα; Σε αυτό το δωμάτιο, το τόσο "ιδιωτικό" και αμετάκλητο όσο και η μνήμη μας, τα αντικείμενα εμψυχώνουν μία σειρά από σενάρια. Μία θύμηση κατακλύζει το δωμάτιο, μία άλλη δυσκολεύεται να φανερωθεί, μία άλλη διαρρέει μπρος και πίσω στο χρόνο. Η έννοια του "άλλου" αιωρείται ανάμεσα σε δύο καταστάσεις, σε αυτό που πέρασε, και σε αυτό που ανασύρεται κάθε φορά. Άλλωστε ποτέ δεν θυμόμαστε αυτούσια ή αντικειμενικά το συμβάν και το χώρο του. Πάντοτε εμψυχώνουμε την ανάμνηση με το δικό μας τρόπο. Μέσα από συνεχείς ανακλήσεις που προσπαθούν να διαιωνίσουν την ύπαρξη του "δωματίου", οι μνήμες συνομιλούν με το χώρο και το χρόνο, και μαζί με ένα μέρος του εαυτού μας. Είτε ως παρελθόν, είτε ως λήθη, είτε ως απώλεια, μοιάζουν να περιέχουν κάτι από αυτό που έχουμε ήδη χάσει.
Πρόκειται για μία Διαδραστική Εγκατάσταση η οποία πραγματεύεται τα ζητήματα του μεταναστευτικού , των πολέμων και της παρακολούθησης των πολιτών σε παγκόσμια κλίμακα.
Η ομάδα AVARTS με το έργο “Filter Bubbles” φιλοδοξεί να εγείρει τον κριτικό προβληματισμό γύρω από το μέγεθος της ευθύνης που αποδίδεται στους αλγόριθμους και την τεχνολογία ως προς την διαμόρφωση αυτών των “φυσαλίδων απομόνωσης”. Επιπλέον, μέσα από την καλλιτεχνική διαδικασία, στοχεύει να εξασθενήσει τους βρόγχους θετικής ανάδρασης που γιγαντώνουν την ατελή πληροφόρηση, καλλιεργούν τον φόβο και υπονομεύουν την δημιουργικότητα.
Το έργο αποτελεί μια ιστορία αγάπης μεταξύ ενός γυναικείου αγάλματος και ενός άνδρα. Αφορά τους ευσεβείς πόθους των ανθρώπων όπως τις εφαρμόζουν στις διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύσσουν.
To Βlah ως εικαστικό έργο επιδιώκει τη διάδραση με το φαινόμενο του ομιλούντος υποκειμένου. Το έργο ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη φωνή με αέρα, και η ένταση του αέρα είναι ανάλογη της έντασης της φωνής.
Δανειζόμενο διαδικασίες εμβύθισης από το σωματικό θέατρο και το πλαίσιο του Black Box, το έργο επιδιώκει στη δημιουργία μιας απελευθερωτικής συνθήκης όπου οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να πειραματιστούν με τη φωνή τους έξω από το σύστημα της οργανωμένης γλώσσας.
Το Blah αποτελεί το εικαστικό μέρος της διπλωματικής μου εργασίας πάνω στη προβληματική των τριών διαστάσεων την οργανωμένης γλώσσας: επικοινωνία-έκφραση-νοηματοδότηση.
1x1x0.4
Ένας επαγγελματίας ηλεκτρολόγος δούλει στην βίλα ενώς πλούσιου επαγγελματία ηθοποιού. Ο ηλεκτρολόγος ταυτόχρονα είναι και ερασιτέχνης ηθοποιός θεάτρου. Η αγάπη για το θέατρο του ερασιτέχνη αποδεικνύεται πολύ μεγάλη καθώς όπου και αν βρεθεί προσπαθεί να μάθει τα λόγια του, ενώ ο επαγγελματίας ηθοποιός προσπαθεί να βγάλει χρήματα.
Η Ζωή είναι μία 25χρονη φοιτήτρια, που ζει στο νησί της Κέρκυρας στην Ελλάδα, μαζί με τη μοναδική της φίλη και συγκάτοικο Άννα. Ξυπνώντας αργά ένα απόγευμα, η Ζωή συνειδητοποιεί πως η φίλη της αγνοείται και την αναζητεί μόνη μέσα στη νύχτα. Η παράξενα άδεια και ήσυχη πόλη, μία σειρά από περίεργα γεγονότα και η αίσθηση πως κάποιος την παρακολουθεί, την κάνουν να καταλάβει πως κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει και η ανάγκη της να βρει τη φίλη της γίνεται μεγαλύτερη.
Την ίδια στιγμή, έρχεται αντιμέτωπη με μία σκοτεινή, μαυροντυμένη ανθρώπινη φιγούρα που προσπαθεί να την αιχμαλωτίσει. Στην προσπάθεια της να διαφύγει, η Ζωή βρίσκεται σε ένα λευκό δωμάτιο που μέσα δεν έχει τίποτα άλλο παρά μόνο έναν καθρέφτη.
Καθώς προχωράει πιο κοντά στον καθρέφτη βλέπει πως κάποιος είναι παγιδευμένος μέσα σε ένα άλλο δωμάτιο. Πιστεύοντας πως είναι η Άννα πλησιάζει περισσότερο και περνάει μέσα από τον καθρέφτη στο άλλο δωμάτιο.
Καθώς κάθεται δίπλα στο άλλο πρόσωπο, πιστεύοντας πως είναι η Άννα, συνειδητοποιεί πως είναι η ίδια. Σε μία απελπισμένη και αποφασιστική στιγμή προσπαθεί να σώσει την σωσία της, συνειδητοποιώντας ωστόσο, πως η σωσίας της δεν μπορεί να περάσει από την άλλη πλευρά του καθρέφτη. Καταλαβαίνοντας πως δεν υπάρχει διαφυγή η σωσίας αφήνει το χέρι της Ζωής.
Η Ζωή ξυπνάει το πρωί στο δωμάτιο της, ντύνεται και πηγαίνει μία βόλτα δίπλα στη θάλασσα στην τώρα ζωντανή και γεμάτη φασαρία πόλη. Καθώς στέκεται και κοιτάζει τα κύματα, γνωρίζει μία κοπέλα, την Άννα, που κάθεται λίγο πιο δίπλα. Οι δύο κοπέλες κάθονται δίπλα στην θάλασσα και μιλάνε.
Είναι Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 1943 και η μικρή πόλη των Καλαβρύτων πυρπολείται από το κατοχικό στρατό της ναζιστικής Γερμανίας, ενώ ολόκληρος ο ανδρικός πληθυσμός,
συγκεντρωμένος σε έναν κοντινό λόφο αφανίζεται από τα πυρά. Αυτό το έγκλημα πολέμου θα καταγραφεί στην ιστορία, μαζί με τη σφαγή της Μεραρχίας Άκουι, ως η μεγαλύτερη μαζική δολοφονία στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου. Τρεις άνδρες που έζησαν αυτά τα γεγονότα ως παιδιά, κλειδωμένοι με τα υπόλοιπα παιδιά, τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους στο δημοτικό σχολείο των Καλαβρύτων, θυμούνται αυτήν την τραυματική εμπειρία.












