Demetris: A Visual Artist

Το κινηματογραφικό πορτραίτο ενός καλλιτέχνη, του Δημήτρη Παπαζάχου, ενός τελειόφοιτου της Σχολής Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκης αναδεικνύει μία καλλιτεχνική φιγούρα χωρίς την απλή προβολή των έργων του αλλά αναδεικνύοντας την προσωπικότητά του και την καλλιτεχνική του κλίση. Μέσα από την ανάδειξη της εσωτερικής καλλιτεχνικής του αναζήτησης προβάλεται μία οπτική του gay culture, σε συνδυασμό με το εξής ερώτημα: Τι σημαίνει τελικά "Visual Artist";
Σχετικά Έργα
Animation κοινωνικής ευαισθητοποίησης με θέμα την οδική ασφάλεια. Τονίζει τη χρήση του κράνους για την οδήγηση των δίκυκλων μηχανών.
Έργο Βίντεο. 39 πρόσωπα διαφορετικών ηλικιών που ζουν στο ίδιο μέρος καλούνται να καθίσουν μπροστά σε μια μαύρη πόρτα για να μιλήσουν για το αγαπημένο τους αντικείμενο και σε τι θα μεταμορφώνονταν με αυτό. Το βίντεο καταγράφει τις σιωπές πριν, μετά ή κατά τη διάρκεια του λόγου.
This art piece is trying to express the struggle between letting go ας one would use nature for meditative reasons and the over controlling mind fixating on patterns deriving from sea foam lines.
Σε συνθήκες καραντίνας, ο χρόνος περνάει χωρίς να το καταλάβει κανείς. Γίνεται ένα με ανησυχίες, φόβους και στρεβλώσεις. Η συνειδητοποίηση ότι είμαστε ακόμα σκεπτόμενοι σε ένα παράλογο κόσμο είναι κάτι που μπορεί να επαναφέρει την πραγματικότητα. Η ταινία αντλεί από το κίνημα του γαλλικού ιμπρεσιονισμού.
Ένας ελεύθερος δύτης μετατρέπεται σε νερό ενώ βουτά κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, συνδέεται με τη φύση και γίνεται μέρος του υποβρύχιου περιβάλλοντος κυνηγώντας σαν θαλάσσιο αρπακτικό.
Ο μαγευτικός υποβρύχιος κόσμος είναι προσιτός σε εκείνους που ξεπερνούν τον φόβο και τολμούν να ωθήσουν τα ανθρώπινα όριά τους λίγο περισσότερο για να τον εξερευνήσουν. Το πάθος με τον γαλήνιο κόσμο κάτω από την επιφάνεια γίνεται τρόπος ζωής για όσους παραδίδονται στην αρνητική πλευστότητα.
Το "Where Do I Exist?" είναι είναι η δημιουργία ενός εικονικού χώρου που αναζητά την σχέση μεταξύ των δύο κόσμων εικονικού και πραγματικού. Το έργο είναι αποτέλεσμα της σχέσης των περισσότερων ανθρώπων με τα social media κυρίως κατά την περίοδο της πανδημία. Γίνεται μία αναζήτηση για το πως θα μπορούσαμε να υπάρξουμε απελευθερωμένοι από το σώμα μας και τι θα σήμαινε αυτό για έννοιες όπως η ταυτότητα του φύλου, το άγγιγμα και ο θάνατος. Θα μπορούσαμε να απελευθερωθούμε και από αυτά πλησιάζοντας σε μία εικονική ύπαρξη; Ο κάθενας μπορεί να είναι μέρος του έργου είτε βλέποντας τον εαυτό του σε αυτό είτε κάνοντας ένα hashtag στο twitter με την λέξη #immaterial.
Την ώρα που ο παρατηρητής βρίσκεται μπροστά σε ένα έργο τέχνης και προσπαθεί να το καταλάβει, μπαίνει συνειδητά σε μια διαδικασία αναγνώρισης. Αυτό το επιτυγχάνει διότι ο εγκέφαλος αναγνωρίζει στο έργο τη σχέση μεταξύ κάποιων σχημάτων ή χρωμάτων και, αυτόματα, τα επαναφέρει στην μνήμη του. Αυτή η διαδικασία επιφέρει τις κατάλληλες συνθήκες για την δημιουργία νέων νευρωνικών επισυνάψεων. Χρησιμοποιώντας αυτές τις σταθερές, ο καλλιτέχνης προτείνει μια οπτικοακουστική performance με παρεμβολή του ήχου στην εικόνα σε πραγματικό χρόνο.
Ένα έργο που βασίζεται στους κανόνες της κινητικής ποίησης και πραγματεύεται τη σχέση μεταξύ Χώρου και Εαυτού. Ο Χώρος που το Εγώ μας ορίζει είναι εύπλαστος, βάλλεται, μεταβάλλεται και συνδιαλέγεται με τον Χώρο των Άλλων. Φυσικός και μη, ο Χώρος που καλύπτεται από το Εγώ, ετεροκαθορίζεται και αλλάζει συνεχώς στο διηνεκές.
Το βίντεο που παρουσιάζεται αποτελεί ένα είδος καταγραφής – τεκμηρίωσης μίας χωρικής εγκατάστασης με διττό ρόλο, μέσω της θέασης/παρατήρησης και της συμμετοχής. Η διερεύνηση της σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ ψηφιακού και πραγματικού χώρου, δρώντας σε αυτόν, ως κύριος άξονας της αφήγησης ο άνθρωπος, ορίζεται ως το πλαίσιο της έρευνας, με αντικείμενο μελέτης την έννοια της μεταφοράς στη συνύπαρξη της εμπειρίας ως αφήγηση και της εμπειρίας του παρόντος ως γεγονός επιτέλεσης. Το πραγματικό περιβάλλον, μέσω της καταγραφής, προβάλλεται σε ένα αναλογικό έργο και μεταφέρεται σε ένα ψηφιακό περιβάλλον (εικόνες-βίντεο-βιντεοπροβολή), συνδέοντας το πραγματικό, το ψηφιακό και τη ζωγραφική φόρμα. Αντίστοιχα, το φυσικό περιβάλλον της εγκατάστασης μεταφέρεται στην επιφάνεια προβολής, σε έναν ψηφιακό χώρο, μέσω της κάμερας και του προβολέα. H βιντεοπροβολή διακόπτεται με την είσοδο του επισκέπτη στον χώρο της διάδρασης. Δημιουργείται μία συνθήκη όπου ο θεατής/επισκέπτης, αφενός γίνεται δέκτης ψηφιακών ερεθισμάτων (βιντεοπροβολή) και αφετέρου βιώνει μία νέα χωρική εμπειρία μέσω της συσχέτισης του πραγματικού με τον ψηφιακό χώρο.












