Finem

Η performance Finem πραγματεύεται το χειροκρότημα ως μετασχηματιστική πράξη. Στόχο της δράσης αποτελεί η αποδόμηση του χειροκροτήματος, ως κοινωνική έκφραση θαυμασμού και αναγνώρισης. Δημιουργώντας ένα συλλογικό ρυθμό επιτακτικότητας μέσα από το σώμα, αναζητείται μια βιωματική αλληλεπίδραση με τους συμμετέχοντες.
Σχετικά Έργα
Μία δημιουργική δυναμική συνάντηση με την τεχνητή νοημοσύνη (artificial intelligence ai). O κέρσορας στην επιλογή generate. Analyzing...
Ένα έργο που βασίζεται στους κανόνες της κινητικής ποίησης και πραγματεύεται τη σχέση μεταξύ Χώρου και Εαυτού. Ο Χώρος που το Εγώ μας ορίζει είναι εύπλαστος, βάλλεται, μεταβάλλεται και συνδιαλέγεται με τον Χώρο των Άλλων. Φυσικός και μη, ο Χώρος που καλύπτεται από το Εγώ, ετεροκαθορίζεται και αλλάζει συνεχώς στο διηνεκές.
Όταν ονειρευόμαστε, πολλές από τις πληροφορίες που ακούσια συλλέγει ο εγκέφαλος κατά την διάρκεια της ημέρας, διασταυρώνονται και ενσωματώνονται με την προηγούμενη εμπειρία ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μελλοντικές συμπεριφορές.
Παρουσίαση τρισδιάστατης χαρτογραφικής προβολής (3d projection mapping), στη πρόσοψη του Ιερού Ναού Παναγίας των Ξένων, Κυρα - Φανερωμένη, στην παλαιά πόλη της Κέρκυρας, 2 Οκτωβρίου 2020 και ώρα 10:00.
Η παρούσα εργασία ακολουθώντας τη στρατηγική της εσκεμμένης ασάφειας και διασχίζοντας διαφορετικές εποχές, διανύουμε μια διαδρομή εικόνων και πληροφοριών, οι οποίες δηλώνουν την ελπίδα και τον φόβο σε διάφορους τομείς και χαρακτηρίζουν κάθε πολιτισμό και κάθε κοινωνία.
Ταυτόχρονα, πηγαίνοντας από τον φορμαλισμό στον ρεαλισμό, αναδεικνύεται ότι ο αριστοτελικός ορισμός της αναπαραστατικής ενότητας χώρου-χρόνου-δράσης, δεν ισχύει, πλέον, και τόσο στην τέχνη. Αναμφισβήτητα, η φορμαλιστική κίνηση, ανέδειξε ότι τα πλάνα δεν νοούνται μόνο σαν αλληλουχίες λογικών ενοτήτων, αλλά και σαν συλλήψεις θεωρητικές ή ιδεολογικές, όπου ο τρόπος σύνδεσής τους δεν νομιμοποιείται με βάση την αρχή της ενότητας του χωροχρόνου, αλλά με κάποιο αφηρημένο θεωρητικό πρότυπο, όπως είναι το υπόδειγμα της μεταφοράς, η πορεία μέσα από τις αντιθέσεις, οι συμβολισμοί και οτιδήποτε άλλο ενισχύει την αφαίρεση του θεωρητικού προτύπου. Αλλά και ο εσωτερικός ρεαλισμός, ο οποίος δε συνιστά κάποια θεωρία αλήθειας, προβάλλει τη σύγκλιση δύο, εκ πρώτης όψεως, ασύμβατων ιδεών.
Πού πηγαίνουν οι μνήμες όταν χάνονται; Και όταν δεν τις ανακαλώ, βρίσκονται εκεί που τις άφησα; Σε αυτό το δωμάτιο, το τόσο "ιδιωτικό" και αμετάκλητο όσο και η μνήμη μας, τα αντικείμενα εμψυχώνουν μία σειρά από σενάρια. Μία θύμηση κατακλύζει το δωμάτιο, μία άλλη δυσκολεύεται να φανερωθεί, μία άλλη διαρρέει μπρος και πίσω στο χρόνο. Η έννοια του "άλλου" αιωρείται ανάμεσα σε δύο καταστάσεις, σε αυτό που πέρασε, και σε αυτό που ανασύρεται κάθε φορά. Άλλωστε ποτέ δεν θυμόμαστε αυτούσια ή αντικειμενικά το συμβάν και το χώρο του. Πάντοτε εμψυχώνουμε την ανάμνηση με το δικό μας τρόπο. Μέσα από συνεχείς ανακλήσεις που προσπαθούν να διαιωνίσουν την ύπαρξη του "δωματίου", οι μνήμες συνομιλούν με το χώρο και το χρόνο, και μαζί με ένα μέρος του εαυτού μας. Είτε ως παρελθόν, είτε ως λήθη, είτε ως απώλεια, μοιάζουν να περιέχουν κάτι από αυτό που έχουμε ήδη χάσει.
Το θέμα της πτυχιακής εργασίας της Χάρις Μυρσιλίδη αφορά στην μεταφορά λογοτεχνικού κειμένου σε εικόνα. Τα αποσπάσματα των κειμένων που επιλέχτηκαν αποτελούν ιστορίες από τα παραμύθια των αδερφών Γκρίμ και συνδετικός κρίκος είναι το μοτίβο της μεταμόρφωσης. Η παρουσίαση του πρακτικού μέρους της πτυχιακής εργασίας αφορά εγκατάσταση με γλυπτά από πηλό, ηχητική επένδυση και φωτισμό .Ο γλυπτικός χώρος διαμορφώνεται από την Χάρις Μυρσιλίδη φοιτήτρια του τμήματος Τεχνών Ήχου και Εικόνας και ο ήχος από τον συνθέτη Ιωάννη Κονσολάκη.
Το “Excitatio Corcyrae” είναι ένα επιτραπέζιο παιχνίδι ρόλων που χρησιμοποιεί τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της κατηγορίας για να εμπλέξει τους παίκτες στη δημιουργία μιας διαδραστικής ιστορίας σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, αυτό της Οθωμανικής πολιορκίας στην Κέρκυρα το 1716.
To Βlah ως εικαστικό έργο επιδιώκει τη διάδραση με το φαινόμενο του ομιλούντος υποκειμένου. Το έργο ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη φωνή με αέρα, και η ένταση του αέρα είναι ανάλογη της έντασης της φωνής.
Δανειζόμενο διαδικασίες εμβύθισης από το σωματικό θέατρο και το πλαίσιο του Black Box, το έργο επιδιώκει στη δημιουργία μιας απελευθερωτικής συνθήκης όπου οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να πειραματιστούν με τη φωνή τους έξω από το σύστημα της οργανωμένης γλώσσας.
Το Blah αποτελεί το εικαστικό μέρος της διπλωματικής μου εργασίας πάνω στη προβληματική των τριών διαστάσεων την οργανωμένης γλώσσας: επικοινωνία-έκφραση-νοηματοδότηση.
1x1x0.4
Φιλμ-δοκίμιο που αναζητά μνημονικά ίχνη από μείζονα πολιτικά γεγονότα στο σώμα της πόλης της Αθήνας.
Η Ζωή είναι μία 25χρονη φοιτήτρια, που ζει στο νησί της Κέρκυρας στην Ελλάδα, μαζί με τη μοναδική της φίλη και συγκάτοικο Άννα. Ξυπνώντας αργά ένα απόγευμα, η Ζωή συνειδητοποιεί πως η φίλη της αγνοείται και την αναζητεί μόνη μέσα στη νύχτα. Η παράξενα άδεια και ήσυχη πόλη, μία σειρά από περίεργα γεγονότα και η αίσθηση πως κάποιος την παρακολουθεί, την κάνουν να καταλάβει πως κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει και η ανάγκη της να βρει τη φίλη της γίνεται μεγαλύτερη.
Την ίδια στιγμή, έρχεται αντιμέτωπη με μία σκοτεινή, μαυροντυμένη ανθρώπινη φιγούρα που προσπαθεί να την αιχμαλωτίσει. Στην προσπάθεια της να διαφύγει, η Ζωή βρίσκεται σε ένα λευκό δωμάτιο που μέσα δεν έχει τίποτα άλλο παρά μόνο έναν καθρέφτη.
Καθώς προχωράει πιο κοντά στον καθρέφτη βλέπει πως κάποιος είναι παγιδευμένος μέσα σε ένα άλλο δωμάτιο. Πιστεύοντας πως είναι η Άννα πλησιάζει περισσότερο και περνάει μέσα από τον καθρέφτη στο άλλο δωμάτιο.
Καθώς κάθεται δίπλα στο άλλο πρόσωπο, πιστεύοντας πως είναι η Άννα, συνειδητοποιεί πως είναι η ίδια. Σε μία απελπισμένη και αποφασιστική στιγμή προσπαθεί να σώσει την σωσία της, συνειδητοποιώντας ωστόσο, πως η σωσίας της δεν μπορεί να περάσει από την άλλη πλευρά του καθρέφτη. Καταλαβαίνοντας πως δεν υπάρχει διαφυγή η σωσίας αφήνει το χέρι της Ζωής.
Η Ζωή ξυπνάει το πρωί στο δωμάτιο της, ντύνεται και πηγαίνει μία βόλτα δίπλα στη θάλασσα στην τώρα ζωντανή και γεμάτη φασαρία πόλη. Καθώς στέκεται και κοιτάζει τα κύματα, γνωρίζει μία κοπέλα, την Άννα, που κάθεται λίγο πιο δίπλα. Οι δύο κοπέλες κάθονται δίπλα στην θάλασσα και μιλάνε.












