Finem

Η performance Finem πραγματεύεται το χειροκρότημα ως μετασχηματιστική πράξη. Στόχο της δράσης αποτελεί η αποδόμηση του χειροκροτήματος, ως κοινωνική έκφραση θαυμασμού και αναγνώρισης. Δημιουργώντας ένα συλλογικό ρυθμό επιτακτικότητας μέσα από το σώμα, αναζητείται μια βιωματική αλληλεπίδραση με τους συμμετέχοντες.
Σχετικά Έργα
Δημιουργία ομαδικής εγκατάστασης με τίτλο Διασταυρούμενοι Κόσμοι. Η εγκατάσταση θέτει ερωτήματα σχετικά με την πολυμορφικότητα και τη δυναμική του ψηφιακού κόσμου, τα όρια και τις δυνατότητες της τεχνολογίας και το πώς αυτή αλληλεπιδρά και μεταπλάθει τη σύγχρονη ζωή, δημιουργώντας νέα ερεθίσματα και μια εκ νέου θεώρηση της καθημερινότητας.
Ένας χώρος σχετικής απομόνωσης και μη επιρροής από το εξωτερικό περιβάλλον. Μαύρο πανί με ένα μικρό άνοιγμα που ο θεατής μπαίνει μέσα φοράει ακουστικά και σε λούπα παίζει ένα ηχοτοπίο που δημιούργησα.
Το μεταβαλλόμενο αυτό κάδρο αντιπροσωπεύει μία αλληγορική εικόνα της ανθρώπινης φύσης, η οποία όταν βρίσκεται σε διαλεκτική με τον έξω κόσμο -κατά τη μετάβαση από την ιδιωτικη στη δημόσια ζωή- βιώνει αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα ενδοιασμού, προσμονής, επιφυλα κτικότητας, περιέργειας και εξωστρέφειας.
Η βιντεοεγκατάσταση στην έκθεση τονίζει και ταυτοχρόνως αναιρεί τη χρονικότητα ενός μέσου που η κυρίαρχη μορφή έκφρασης του είναι ο χώρος.
Multiple distance sensors trigger sound events ας people move around and get close to the grid with the srceens.
“Επί π(α)τωμάτων”. H καταστροφή ως καλλιτεχνική πρακτική. Η διαδραστική εγκατάσταση πραγματεύεται την κοινωνική αδιαφορία και την ευθύνη της κοινωνίας απέναντι σε καθημερινές καταστάσεις που συμβαίνουν γύρω μας και τις προσπερνάμε. Το έργο αποτελείται από μια ζωγραφική σύνθεση η οποία απεικονίζει ανθρώπινες φιγούρες σε αλληλεπίδραση μεταξύ τους και έναν αισθητήρα που ακολουθεί την κίνηση του κοινού. Το θεωρητικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, έχει τόσο καλλιτεχνικές όσο και κοινωνικές προεκτάσεις. Πραγματεύεται την Καταστροφή ως καλλιτεχνική πράξη όπως εκφράστηκε από την καλλιτεχνική ομάδα DIAS το 1966 και το σύνδρομο “Επίδραση των παρευρισκομένων”, ένα φαινόμενο της κοινωνικής ψυχολογίας που αναφέρεται στην αδιαφορία, την απάθεια και την αποστασιοποίηση απέναντι στην κοινωνική αναγκαιότητα να προστατεύσουμε άτομα που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης. Το έργο σχολιάζει τις παραπάνω καταστάσεις αφενός μέσω της πράξης του πατήματος και αφετέρου μέσω της καταστροφής που συντελείται στο ίδιο.
Ο χρόνος εμπειρίας της καραντίνας λειτούργησε ως εξανθρωπισμένος χρόνος. Η προηγούμενη κοινωνική βαρβαρότητα φυλακίστηκε στο οικείο κλουβί της ψυχής μου και έγινε ο χρόνος δημιουργίας μου. Κάθε μέρα ήταν ο φίλος μου, ένα αιώνιο κυκλικό και δυναμικό παρόν, μια συνείδηση χωρίς συγκρούσεις. Ήταν σαν μια αιωνιότητα που βιώνεται διαφορετικά κάθε στιγμή. Μια άνευ προηγουμένου μορφή ακινησίας με έπιασε και διαιωνίστηκε σε πολλά αφηρημένα θραύσματα που τελικά διαμόρφωσαν τη νέα υφή της ύπαρξής μου, σε αυτήν την περίεργη απομόνωση. Έγινε από το σφάγιο του χρόνου που ήμουν πριν, η ποιοτική του αποσύνθεση… Η πραγματικότητα παραμορφώθηκε και βιώθηκε απατηλά. Ο χρόνος από την αποξένωση που ήταν πριν, άλλαξε και έγινε το εξώφυλλο της γδαρμένης αλήθειας του εαυτού μου. Αυτός ο χρόνος, ονειρευόταν η συνείδησή μου να ζει.
Το κινηματογραφικό πορτραίτο ενός καλλιτέχνη, του Δημήτρη Παπαζάχου, ενός τελειόφοιτου της Σχολής Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκης αναδεικνύει μία καλλιτεχνική φιγούρα χωρίς την απλή προβολή των έργων του αλλά αναδεικνύοντας την προσωπικότητά του και την καλλιτεχνική του κλίση. Μέσα από την ανάδειξη της εσωτερικής καλλιτεχνικής του αναζήτησης προβάλεται μία οπτική του gay culture, σε συνδυασμό με το εξής ερώτημα: Τι σημαίνει τελικά "Visual Artist";
Ένας επαγγελματίας ηλεκτρολόγος δούλει στην βίλα ενώς πλούσιου επαγγελματία ηθοποιού. Ο ηλεκτρολόγος ταυτόχρονα είναι και ερασιτέχνης ηθοποιός θεάτρου. Η αγάπη για το θέατρο του ερασιτέχνη αποδεικνύεται πολύ μεγάλη καθώς όπου και αν βρεθεί προσπαθεί να μάθει τα λόγια του, ενώ ο επαγγελματίας ηθοποιός προσπαθεί να βγάλει χρήματα.
Η Ζωή είναι μία 25χρονη φοιτήτρια, που ζει στο νησί της Κέρκυρας στην Ελλάδα, μαζί με τη μοναδική της φίλη και συγκάτοικο Άννα. Ξυπνώντας αργά ένα απόγευμα, η Ζωή συνειδητοποιεί πως η φίλη της αγνοείται και την αναζητεί μόνη μέσα στη νύχτα. Η παράξενα άδεια και ήσυχη πόλη, μία σειρά από περίεργα γεγονότα και η αίσθηση πως κάποιος την παρακολουθεί, την κάνουν να καταλάβει πως κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει και η ανάγκη της να βρει τη φίλη της γίνεται μεγαλύτερη.
Την ίδια στιγμή, έρχεται αντιμέτωπη με μία σκοτεινή, μαυροντυμένη ανθρώπινη φιγούρα που προσπαθεί να την αιχμαλωτίσει. Στην προσπάθεια της να διαφύγει, η Ζωή βρίσκεται σε ένα λευκό δωμάτιο που μέσα δεν έχει τίποτα άλλο παρά μόνο έναν καθρέφτη.
Καθώς προχωράει πιο κοντά στον καθρέφτη βλέπει πως κάποιος είναι παγιδευμένος μέσα σε ένα άλλο δωμάτιο. Πιστεύοντας πως είναι η Άννα πλησιάζει περισσότερο και περνάει μέσα από τον καθρέφτη στο άλλο δωμάτιο.
Καθώς κάθεται δίπλα στο άλλο πρόσωπο, πιστεύοντας πως είναι η Άννα, συνειδητοποιεί πως είναι η ίδια. Σε μία απελπισμένη και αποφασιστική στιγμή προσπαθεί να σώσει την σωσία της, συνειδητοποιώντας ωστόσο, πως η σωσίας της δεν μπορεί να περάσει από την άλλη πλευρά του καθρέφτη. Καταλαβαίνοντας πως δεν υπάρχει διαφυγή η σωσίας αφήνει το χέρι της Ζωής.
Η Ζωή ξυπνάει το πρωί στο δωμάτιο της, ντύνεται και πηγαίνει μία βόλτα δίπλα στη θάλασσα στην τώρα ζωντανή και γεμάτη φασαρία πόλη. Καθώς στέκεται και κοιτάζει τα κύματα, γνωρίζει μία κοπέλα, την Άννα, που κάθεται λίγο πιο δίπλα. Οι δύο κοπέλες κάθονται δίπλα στην θάλασσα και μιλάνε.












