Τοο close too far
Σχετικά Έργα
To Βlah ως εικαστικό έργο επιδιώκει τη διάδραση με το φαινόμενο του ομιλούντος υποκειμένου. Το έργο ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη φωνή με αέρα, και η ένταση του αέρα είναι ανάλογη της έντασης της φωνής.
Δανειζόμενο διαδικασίες εμβύθισης από το σωματικό θέατρο και το πλαίσιο του Black Box, το έργο επιδιώκει στη δημιουργία μιας απελευθερωτικής συνθήκης όπου οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να πειραματιστούν με τη φωνή τους έξω από το σύστημα της οργανωμένης γλώσσας.
Το Blah αποτελεί το εικαστικό μέρος της διπλωματικής μου εργασίας πάνω στη προβληματική των τριών διαστάσεων την οργανωμένης γλώσσας: επικοινωνία-έκφραση-νοηματοδότηση.
1x1x0.4
Το "Dharmadhatu" αποτελεί ένα πειραματικό οπτικοακουστικό βίντεο με γραμμική αφήγηση. Εικαστικά έχει δημιουργηθεί με πρωτότυπη πειραματική τεχνική, όπου κάθε καρέ προκύπτει από live καταγραφή της συμπεριφοράς ρέοντων χρωμάτων που πάλλονται σε ζωγραφική επιφάνεια. Οι αφαιρετικές εικόνες που δημιουργούνται, άλλες φορές έρχονται σε αντίθεση και άλλες φορές πλαισιώνονται από την γραμμική αφήγηση του παραμυθιού που πλαισιώνει το έργο.
Αυτό είναι το πρώτο βίντεο της οπτικοακουστικής μου εγκατάστασης με τίτλο "Riot Strike Riot". Στη συγκεκριμένη εγκατάσταση παρουσιάστηκε από μία υποκειμενική οπτική, η κοινωνικοπολιτική εικόνα του σήμερα μέσω οπτικοακουστικών ψηφιακών μέσων και αντικειμένων. O τίτλος είναι από το ομώνυμο βιβλίο του Joshua Clover.
Το Wroom, είναι μία ταινία η οποία ξεκινά με δύο κόκκινα σιδερένια αυτοκινητάκια, ένα chevrolet 1100 του 1953 & ένα πυροσβεστικό όχημα magirus deutz του 1954, μικρών διαστάσεων, τα οποία ξεχύνονται για έναν αγώνα δεξιοτήτων, με πατιλίκια και drifts με ορμή στην τραπεζαρία του σπιτιού τους.
Το παρόν έργο αποτελεί μια ψηφιακή, διαδραστική, οπτικοακουστική εφαρμογή που δύναται να λειτουργεί είτε ως εικονική εγκατάσταση με ταυτόχρονη προβολή του περιεχομένου σε φυσικό χώρο είτε ως εκτελέσιμο ψηφιακό πολυμέσο σε οποιοδήποτε ηλεκτρονική υπολογιστή, συμβατό με τις τεχνικές προδιαγραφές της. Πραγματεύεται τη ροή της πληροφορίας, τη δημιουργία, συλλογή, αποθήκευση, ερμηνεία και αξιοποίησή της μέσα από αντιληπτικούς μηχανισμούς που μεταλλάσσονται -επαυξάνονται ή υποβαθμίζονται- με τα διαθέσιμα εργαλεία της ψηφιακής πραγματικότητας και τη μετουσίωση αυτής από μια αλληλουχία σειριακών τιμών παρακείμενων και αναφορικών σε ένα ενιαίο συγκείμενο, σε αυτό που αποκαλείται ως νόημα ή σημασία. Οι συμμέτοχοι αυτής της πραγματικότητας καλούνται να εμπλακούν στο βαθμό νοηματοδότησης που τους εκφράζει και που κυμαίνεται από την καθαρά προσληπτική και εμπειρική θέαση έως την μανιώδη αποσαφήνιση του συνόλου του περιεχομένου.
Το έργο συνθέτει μια σειρά από τυχαία αντικείμενα που σχετίζονται με την ιστορία της τέχνης και του σχεδιασμού, άλλοτε διακοσμητικά κι άλλοτε χρηστικά, μετατρέποντάς τα σε ένα μη οριστικό αντικείμενο [μπουκέτο] που επιπλέει στο χώρο.
Μια σκέψη πάνω σε σε όλα αυτά που δεν ακούμε, μέχρι να μην μπορούμε παρά να ακούμε. Ένα animation με πρωταγωνιστή ένα πλάσμα που ακροβατεί ανάμεσα στις λέξεις που τη στοιχειώνουν.
Η Ζωή είναι μία 25χρονη φοιτήτρια, που ζει στο νησί της Κέρκυρας στην Ελλάδα, μαζί με τη μοναδική της φίλη και συγκάτοικο Άννα. Ξυπνώντας αργά ένα απόγευμα, η Ζωή συνειδητοποιεί πως η φίλη της αγνοείται και την αναζητεί μόνη μέσα στη νύχτα. Η παράξενα άδεια και ήσυχη πόλη, μία σειρά από περίεργα γεγονότα και η αίσθηση πως κάποιος την παρακολουθεί, την κάνουν να καταλάβει πως κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει και η ανάγκη της να βρει τη φίλη της γίνεται μεγαλύτερη.
Την ίδια στιγμή, έρχεται αντιμέτωπη με μία σκοτεινή, μαυροντυμένη ανθρώπινη φιγούρα που προσπαθεί να την αιχμαλωτίσει. Στην προσπάθεια της να διαφύγει, η Ζωή βρίσκεται σε ένα λευκό δωμάτιο που μέσα δεν έχει τίποτα άλλο παρά μόνο έναν καθρέφτη.
Καθώς προχωράει πιο κοντά στον καθρέφτη βλέπει πως κάποιος είναι παγιδευμένος μέσα σε ένα άλλο δωμάτιο. Πιστεύοντας πως είναι η Άννα πλησιάζει περισσότερο και περνάει μέσα από τον καθρέφτη στο άλλο δωμάτιο.
Καθώς κάθεται δίπλα στο άλλο πρόσωπο, πιστεύοντας πως είναι η Άννα, συνειδητοποιεί πως είναι η ίδια. Σε μία απελπισμένη και αποφασιστική στιγμή προσπαθεί να σώσει την σωσία της, συνειδητοποιώντας ωστόσο, πως η σωσίας της δεν μπορεί να περάσει από την άλλη πλευρά του καθρέφτη. Καταλαβαίνοντας πως δεν υπάρχει διαφυγή η σωσίας αφήνει το χέρι της Ζωής.
Η Ζωή ξυπνάει το πρωί στο δωμάτιο της, ντύνεται και πηγαίνει μία βόλτα δίπλα στη θάλασσα στην τώρα ζωντανή και γεμάτη φασαρία πόλη. Καθώς στέκεται και κοιτάζει τα κύματα, γνωρίζει μία κοπέλα, την Άννα, που κάθεται λίγο πιο δίπλα. Οι δύο κοπέλες κάθονται δίπλα στην θάλασσα και μιλάνε.
Το έργο αναφέρεται σε μία ασφυκτική σχέση ανάμεσα σε πατέρα και γιο, η οποία εκφράζεται με το εμμονικό κάλεσμα του πατέρα στον γιο, για να πάει να φάει ζεστό το φαγητό του. Ο γιος ζει σε ρυθμούς επιτακτικού πρωινού/μεσημεριανού/βραδινού με ελάχιστες αποδράσεις καθώς ο πατέρας δεν σταματά σχεδόν ποτέ να φωνάζει, έχοντας μια φωνή διαπεραστική. Εκείνος ζει σε ρυθμούς συνεχούς ορθοστατικής παραγωγής φαγητού. Ένας γιος πολύ ελαστικός, ένας πατέρας πολύ άκαμπτος. Ένα ξύλο, επίσης άκαμπτο, το οποίο ασκεί ακατανίκητη έλξη στον γιό. Εκείνη την είχε ξεβράσει η θάλασσα. Η υψηλότερη θερμοκρασία βρασμού βρίσκεται στο επίπεδο της θάλασσας. Οι παφλασμοί και οι κοχλασμοί έγιναν ένα. Η άπνοια και η εμβύθιση στην ίδια την κατσαρόλα του πατέρα του, που αποτελεί το σύμβολο της επιρροής του, τελικά οδηγoύν στην απελευθέρωση του. Σφίχτηκε τόσο πολύ επάνω της, που για πρώτη φορά σταθεροποιήθηκε. Αφέθηκαν στο να τους παρασύρει το κύμα και επιπλέοντας επιπλοποιήθηκαν.
Η ομάδα AVARTS με το έργο “Filter Bubbles” φιλοδοξεί να εγείρει τον κριτικό προβληματισμό γύρω από το μέγεθος της ευθύνης που αποδίδεται στους αλγόριθμους και την τεχνολογία ως προς την διαμόρφωση αυτών των “φυσαλίδων απομόνωσης”. Επιπλέον, μέσα από την καλλιτεχνική διαδικασία, στοχεύει να εξασθενήσει τους βρόγχους θετικής ανάδρασης που γιγαντώνουν την ατελή πληροφόρηση, καλλιεργούν τον φόβο και υπονομεύουν την δημιουργικότητα.












