Βρουμ

Σχετικά Έργα
Το θέμα της πτυχιακής εργασίας της Χάρις Μυρσιλίδη αφορά στην μεταφορά λογοτεχνικού κειμένου σε εικόνα. Τα αποσπάσματα των κειμένων που επιλέχτηκαν αποτελούν ιστορίες από τα παραμύθια των αδερφών Γκρίμ και συνδετικός κρίκος είναι το μοτίβο της μεταμόρφωσης. Η παρουσίαση του πρακτικού μέρους της πτυχιακής εργασίας αφορά εγκατάσταση με γλυπτά από πηλό, ηχητική επένδυση και φωτισμό .Ο γλυπτικός χώρος διαμορφώνεται από την Χάρις Μυρσιλίδη φοιτήτρια του τμήματος Τεχνών Ήχου και Εικόνας και ο ήχος από τον συνθέτη Ιωάννη Κονσολάκη.
Η ομάδα AVARTS με το έργο “Filter Bubbles” φιλοδοξεί να εγείρει τον κριτικό προβληματισμό γύρω από το μέγεθος της ευθύνης που αποδίδεται στους αλγόριθμους και την τεχνολογία ως προς την διαμόρφωση αυτών των “φυσαλίδων απομόνωσης”. Επιπλέον, μέσα από την καλλιτεχνική διαδικασία, στοχεύει να εξασθενήσει τους βρόγχους θετικής ανάδρασης που γιγαντώνουν την ατελή πληροφόρηση, καλλιεργούν τον φόβο και υπονομεύουν την δημιουργικότητα.
Η βιντεοεγκατάσταση στην έκθεση τονίζει και ταυτοχρόνως αναιρεί τη χρονικότητα ενός μέσου που η κυρίαρχη μορφή έκφρασης του είναι ο χώρος.
Το "Where Do I Exist?" είναι είναι η δημιουργία ενός εικονικού χώρου που αναζητά την σχέση μεταξύ των δύο κόσμων εικονικού και πραγματικού. Το έργο είναι αποτέλεσμα της σχέσης των περισσότερων ανθρώπων με τα social media κυρίως κατά την περίοδο της πανδημία. Γίνεται μία αναζήτηση για το πως θα μπορούσαμε να υπάρξουμε απελευθερωμένοι από το σώμα μας και τι θα σήμαινε αυτό για έννοιες όπως η ταυτότητα του φύλου, το άγγιγμα και ο θάνατος. Θα μπορούσαμε να απελευθερωθούμε και από αυτά πλησιάζοντας σε μία εικονική ύπαρξη; Ο κάθενας μπορεί να είναι μέρος του έργου είτε βλέποντας τον εαυτό του σε αυτό είτε κάνοντας ένα hashtag στο twitter με την λέξη #immaterial.
Όταν ονειρευόμαστε, πολλές από τις πληροφορίες που ακούσια συλλέγει ο εγκέφαλος κατά την διάρκεια της ημέρας, διασταυρώνονται και ενσωματώνονται με την προηγούμενη εμπειρία ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μελλοντικές συμπεριφορές.
Πού πηγαίνουν οι μνήμες όταν χάνονται; Και όταν δεν τις ανακαλώ, βρίσκονται εκεί που τις άφησα; Σε αυτό το δωμάτιο, το τόσο "ιδιωτικό" και αμετάκλητο όσο και η μνήμη μας, τα αντικείμενα εμψυχώνουν μία σειρά από σενάρια. Μία θύμηση κατακλύζει το δωμάτιο, μία άλλη δυσκολεύεται να φανερωθεί, μία άλλη διαρρέει μπρος και πίσω στο χρόνο. Η έννοια του "άλλου" αιωρείται ανάμεσα σε δύο καταστάσεις, σε αυτό που πέρασε, και σε αυτό που ανασύρεται κάθε φορά. Άλλωστε ποτέ δεν θυμόμαστε αυτούσια ή αντικειμενικά το συμβάν και το χώρο του. Πάντοτε εμψυχώνουμε την ανάμνηση με το δικό μας τρόπο. Μέσα από συνεχείς ανακλήσεις που προσπαθούν να διαιωνίσουν την ύπαρξη του "δωματίου", οι μνήμες συνομιλούν με το χώρο και το χρόνο, και μαζί με ένα μέρος του εαυτού μας. Είτε ως παρελθόν, είτε ως λήθη, είτε ως απώλεια, μοιάζουν να περιέχουν κάτι από αυτό που έχουμε ήδη χάσει.
Η performance Finem πραγματεύεται το χειροκρότημα ως μετασχηματιστική πράξη. Στόχο της δράσης αποτελεί η αποδόμηση του χειροκροτήματος, ως κοινωνική έκφραση θαυμασμού και αναγνώρισης.
Η Ζωή είναι μία 25χρονη φοιτήτρια, που ζει στο νησί της Κέρκυρας στην Ελλάδα, μαζί με τη μοναδική της φίλη και συγκάτοικο Άννα. Ξυπνώντας αργά ένα απόγευμα, η Ζωή συνειδητοποιεί πως η φίλη της αγνοείται και την αναζητεί μόνη μέσα στη νύχτα. Η παράξενα άδεια και ήσυχη πόλη, μία σειρά από περίεργα γεγονότα και η αίσθηση πως κάποιος την παρακολουθεί, την κάνουν να καταλάβει πως κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει και η ανάγκη της να βρει τη φίλη της γίνεται μεγαλύτερη.
Την ίδια στιγμή, έρχεται αντιμέτωπη με μία σκοτεινή, μαυροντυμένη ανθρώπινη φιγούρα που προσπαθεί να την αιχμαλωτίσει. Στην προσπάθεια της να διαφύγει, η Ζωή βρίσκεται σε ένα λευκό δωμάτιο που μέσα δεν έχει τίποτα άλλο παρά μόνο έναν καθρέφτη.
Καθώς προχωράει πιο κοντά στον καθρέφτη βλέπει πως κάποιος είναι παγιδευμένος μέσα σε ένα άλλο δωμάτιο. Πιστεύοντας πως είναι η Άννα πλησιάζει περισσότερο και περνάει μέσα από τον καθρέφτη στο άλλο δωμάτιο.
Καθώς κάθεται δίπλα στο άλλο πρόσωπο, πιστεύοντας πως είναι η Άννα, συνειδητοποιεί πως είναι η ίδια. Σε μία απελπισμένη και αποφασιστική στιγμή προσπαθεί να σώσει την σωσία της, συνειδητοποιώντας ωστόσο, πως η σωσίας της δεν μπορεί να περάσει από την άλλη πλευρά του καθρέφτη. Καταλαβαίνοντας πως δεν υπάρχει διαφυγή η σωσίας αφήνει το χέρι της Ζωής.
Η Ζωή ξυπνάει το πρωί στο δωμάτιο της, ντύνεται και πηγαίνει μία βόλτα δίπλα στη θάλασσα στην τώρα ζωντανή και γεμάτη φασαρία πόλη. Καθώς στέκεται και κοιτάζει τα κύματα, γνωρίζει μία κοπέλα, την Άννα, που κάθεται λίγο πιο δίπλα. Οι δύο κοπέλες κάθονται δίπλα στην θάλασσα και μιλάνε.
Η εκπλήρωση μιας τελευταίας επιθυμίας, οδηγεί τον Filipo σε ένα αναδρομικό ταξίδι, από τα βουνά της Ηπείρου, στο πρόσφατο παρελθόν της πρωτοχρονιάς του 1945. Η συνάντηση του, με την ιστορία του, αναβιώνει τις μνήμες ενός ολόκληρου χωριού, ξεδιπλώνοντας τις σχέσεις και το δέσιμο δύο λαών, απέναντι στην επιταγή μιας όχι και τόσο μακρινής εποχής.












