Φυσική Διαστροφή

Το έργο αυτό είναι μια ηχητική διερεύνηση του τι συμβαίνει όταν ο φυσικός ήχος υποβάλλεται σε διαδικασίες που τον κάνουν να μοιάζει με τον εαυτό του και ταυτόχρονα με κάτι στραγγισμένο, αλλοιωμένο και σχεδόν κακόβουλο. Το δημιούργησε ο Λουκάς Μεσσηνέζης κατά τα έτη 2020-2021 στο πλαίσιο διδακτορικής διατριβής υπό την επίβλεψη του Απόστολου Λουφόπουλου. Εκκινώντας από την ιδέα της ακουστικής υπέρ-πραγματικότητας, το έργο εγκαθιδρύει ηχητικά ομοιώματα της τάξης του Κακού που λειτουργούν ως παραπομπές αλλά και ως διαστρεβλωμένες αντανάκλασες μιας πρωταρχικής ακουστικής πραγματικότητας.
Στην καρδιά της σύνθεσης βρίσκεται η ένταση ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο του ήχου. Πρωτογενείς, φυσικοί ήχοι μετασχηματίζονται σε ηχητικές καρικατούρες με τέτοιο τρόπο ώστε να διατηρούν ίχνη της αυθεντίας τους ενώ ταυτόχρονα την αποδομούν. Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά ηχητικών χαρακτήρων που μοιάζουν οικείοι και όμως αμφισβητούν την προέλευσή τους, δημιουργώντας ένα πεδίο μυστηρίου όπου ο ακροατής καλείται να επαναπροσδιορίσει τι θεωρεί «φυσικό».
Στη διαδικασία παραγωγής χρησιμοποιούνται μέθοδοι αυτογενεσίας και αυτοποίησης, συστήματα που ανταποκρίνονται και προσαρμόζονται, καθώς και βιομιμητικές προσεγγίσεις. Σε απλή γλώσσα αυτό σημαίνει ότι ο ήχος τροφοδοτεί αλγοριθμικές δομές και κυκλώματα ανατροφοδότησης, υποβάλλεται σε φασματική μεταμόρφωση, κοκκίδωση και μορφοποίηση που μιμείται φυσικές συμπεριφορές. Μέσω της επεξεργασίας αυτής αναδεικνύονται καινοφανείς ηχητικές ποιότητες που λειτουργούν τόσο στην ακουσματική πρακτική όπου ο ήχος χάνεται πίσω από την πηγή του όσο και σε προσεγγίσεις μη κοχλιακές όπως η δόνηση και η χωρική παραμόρφωση του ήχου.
Ως έργο σύγχρονης ηχητικής τέχνης που προέκυψε σε διδακτορικό πλαίσιο, η «Φυσική Διαστροφή» τοποθετείται ανάμεσα στην πρακτική και τη θεωρία. Προκαλεί να ακούσουμε προσεκτικά, να εντοπίσουμε τις ρίζες της ηχητικής ύλης και να παρατηρήσουμε πώς οι τεχνικές μετασχηματισμού μπορούν να δημιουργήσουν μια νέα μουσική γλώσσα. Η εμπειρία του έργου είναι ταυτόχρονα τεχνική και αισθητική, ακαδημαϊκή και ποιητική, και ζητά από τον ακροατή να εξερευνήσει τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το ομοίωμά του.












