The failure of rationalization

This art piece is trying to express the struggle between letting go ας one would use nature for meditative reasons and the over controlling mind fixating on patterns deriving from sea foam lines. The sense of Ioss that follows the stagger of nature's majestic manifestation under the power of over analysis is a matter of perspective and internal conflict.
Σχετικά Έργα
Το έργο ATHENDS είναι μια διαδραστική εγκατάσταση που έχει ως σκοπό της τον σχολιασμό του ελληνικού μέσου επικοινωνία και το πως αυτό επιτελεί τον σκοπό του με γνώμονα την βίαιη και άνευ φίλτρου μετάδοση της πληροφορίας.
Στιγμές που συναντιούνται και συνθέτουν κάποιες καινούριες μέσα από clips λίγων δευτερολέπτων. Κοινό τους σημείο αποτελεί η συνειρμική σκέψη κατά τη δημιουργία τους και η αίσθηση της σουρεαλιστικής ονειρικής διάθεσης.
Ένας ελεύθερος δύτης μετατρέπεται σε νερό ενώ βουτά κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, συνδέεται με τη φύση και γίνεται μέρος του υποβρύχιου περιβάλλοντος κυνηγώντας σαν θαλάσσιο αρπακτικό.
Ο μαγευτικός υποβρύχιος κόσμος είναι προσιτός σε εκείνους που ξεπερνούν τον φόβο και τολμούν να ωθήσουν τα ανθρώπινα όριά τους λίγο περισσότερο για να τον εξερευνήσουν. Το πάθος με τον γαλήνιο κόσμο κάτω από την επιφάνεια γίνεται τρόπος ζωής για όσους παραδίδονται στην αρνητική πλευστότητα.
Το έργο εστιάζει το βλέμμα του θεατη σε κοντινά πλάνα λουλουδιών ως στοιχεία της ομορφιάς της φύσης και της ψυχικής ανάτασης που δημιουργείται από την επαφή μαζί της.
Όταν ονειρευόμαστε, πολλές από τις πληροφορίες που ακούσια συλλέγει ο εγκέφαλος κατά την διάρκεια της ημέρας, διασταυρώνονται και ενσωματώνονται με την προηγούμενη εμπειρία ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μελλοντικές συμπεριφορές.
Το θέμα της πτυχιακής εργασίας της Χάρις Μυρσιλίδη αφορά στην μεταφορά λογοτεχνικού κειμένου σε εικόνα. Τα αποσπάσματα των κειμένων που επιλέχτηκαν αποτελούν ιστορίες από τα παραμύθια των αδερφών Γκρίμ και συνδετικός κρίκος είναι το μοτίβο της μεταμόρφωσης. Η παρουσίαση του πρακτικού μέρους της πτυχιακής εργασίας αφορά εγκατάσταση με γλυπτά από πηλό, ηχητική επένδυση και φωτισμό .Ο γλυπτικός χώρος διαμορφώνεται από την Χάρις Μυρσιλίδη φοιτήτρια του τμήματος Τεχνών Ήχου και Εικόνας και ο ήχος από τον συνθέτη Ιωάννη Κονσολάκη.
Το παρόν έργο αποτελεί μια ψηφιακή, διαδραστική, οπτικοακουστική εφαρμογή που δύναται να λειτουργεί είτε ως εικονική εγκατάσταση με ταυτόχρονη προβολή του περιεχομένου σε φυσικό χώρο είτε ως εκτελέσιμο ψηφιακό πολυμέσο σε οποιοδήποτε ηλεκτρονική υπολογιστή, συμβατό με τις τεχνικές προδιαγραφές της. Πραγματεύεται τη ροή της πληροφορίας, τη δημιουργία, συλλογή, αποθήκευση, ερμηνεία και αξιοποίησή της μέσα από αντιληπτικούς μηχανισμούς που μεταλλάσσονται -επαυξάνονται ή υποβαθμίζονται- με τα διαθέσιμα εργαλεία της ψηφιακής πραγματικότητας και τη μετουσίωση αυτής από μια αλληλουχία σειριακών τιμών παρακείμενων και αναφορικών σε ένα ενιαίο συγκείμενο, σε αυτό που αποκαλείται ως νόημα ή σημασία. Οι συμμέτοχοι αυτής της πραγματικότητας καλούνται να εμπλακούν στο βαθμό νοηματοδότησης που τους εκφράζει και που κυμαίνεται από την καθαρά προσληπτική και εμπειρική θέαση έως την μανιώδη αποσαφήνιση του συνόλου του περιεχομένου.
Ο χρόνος εμπειρίας της καραντίνας λειτούργησε ως εξανθρωπισμένος χρόνος. Η προηγούμενη κοινωνική βαρβαρότητα φυλακίστηκε στο οικείο κλουβί της ψυχής μου και έγινε ο χρόνος δημιουργίας μου. Κάθε μέρα ήταν ο φίλος μου, ένα αιώνιο κυκλικό και δυναμικό παρόν, μια συνείδηση χωρίς συγκρούσεις. Ήταν σαν μια αιωνιότητα που βιώνεται διαφορετικά κάθε στιγμή. Μια άνευ προηγουμένου μορφή ακινησίας με έπιασε και διαιωνίστηκε σε πολλά αφηρημένα θραύσματα που τελικά διαμόρφωσαν τη νέα υφή της ύπαρξής μου, σε αυτήν την περίεργη απομόνωση. Έγινε από το σφάγιο του χρόνου που ήμουν πριν, η ποιοτική του αποσύνθεση… Η πραγματικότητα παραμορφώθηκε και βιώθηκε απατηλά. Ο χρόνος από την αποξένωση που ήταν πριν, άλλαξε και έγινε το εξώφυλλο της γδαρμένης αλήθειας του εαυτού μου. Αυτός ο χρόνος, ονειρευόταν η συνείδησή μου να ζει.
Είναι Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 1943 και η μικρή πόλη των Καλαβρύτων πυρπολείται από το κατοχικό στρατό της ναζιστικής Γερμανίας, ενώ ολόκληρος ο ανδρικός πληθυσμός,
συγκεντρωμένος σε έναν κοντινό λόφο αφανίζεται από τα πυρά. Αυτό το έγκλημα πολέμου θα καταγραφεί στην ιστορία, μαζί με τη σφαγή της Μεραρχίας Άκουι, ως η μεγαλύτερη μαζική δολοφονία στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου. Τρεις άνδρες που έζησαν αυτά τα γεγονότα ως παιδιά, κλειδωμένοι με τα υπόλοιπα παιδιά, τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους στο δημοτικό σχολείο των Καλαβρύτων, θυμούνται αυτήν την τραυματική εμπειρία.
Το μεταβαλλόμενο αυτό κάδρο αντιπροσωπεύει μία αλληγορική εικόνα της ανθρώπινης φύσης, η οποία όταν βρίσκεται σε διαλεκτική με τον έξω κόσμο -κατά τη μετάβαση από την ιδιωτικη στη δημόσια ζωή- βιώνει αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα ενδοιασμού, προσμονής, επιφυλα κτικότητας, περιέργειας και εξωστρέφειας.












