Κείμενον επί Βράχου

Μια περιπλάνηση στην ιστορία του Λαζαρέτο, της έρημης βραχονησίδας κοντά στην πόλη της Κέρκυρας που λειτούργησε επί αιώνες ως λοιμοκαθαρτήριο και τόπος εκτέλεσης πολιτικών κρατουμένων στον Εμφύλιο, μέσα από θραυσματικές μαρτυρίες και πρωτότυπες πηγές που συνδέονται αντιστικτικά ή συνομιλούν η μια με την άλλη σκιαγραφώντας την ταυτότητα του τόπου.
Σπύρος Καββαδίας, Δημήτρης Γκρίντζος, Ανδρέας Βουλιάκης, Μαργαρίτα Χαλακατεβάκη
Σχετικά Έργα
Πορτρέτο του Αντώνη, ενός άστεγου που ζει στην παλιά πόλη της Κέρκυρας.
Η Ζωή είναι μία 25χρονη φοιτήτρια, που ζει στο νησί της Κέρκυρας στην Ελλάδα, μαζί με τη μοναδική της φίλη και συγκάτοικο Άννα. Ξυπνώντας αργά ένα απόγευμα, η Ζωή συνειδητοποιεί πως η φίλη της αγνοείται και την αναζητεί μόνη μέσα στη νύχτα. Η παράξενα άδεια και ήσυχη πόλη, μία σειρά από περίεργα γεγονότα και η αίσθηση πως κάποιος την παρακολουθεί, την κάνουν να καταλάβει πως κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει και η ανάγκη της να βρει τη φίλη της γίνεται μεγαλύτερη.
Την ίδια στιγμή, έρχεται αντιμέτωπη με μία σκοτεινή, μαυροντυμένη ανθρώπινη φιγούρα που προσπαθεί να την αιχμαλωτίσει. Στην προσπάθεια της να διαφύγει, η Ζωή βρίσκεται σε ένα λευκό δωμάτιο που μέσα δεν έχει τίποτα άλλο παρά μόνο έναν καθρέφτη.
Καθώς προχωράει πιο κοντά στον καθρέφτη βλέπει πως κάποιος είναι παγιδευμένος μέσα σε ένα άλλο δωμάτιο. Πιστεύοντας πως είναι η Άννα πλησιάζει περισσότερο και περνάει μέσα από τον καθρέφτη στο άλλο δωμάτιο.
Καθώς κάθεται δίπλα στο άλλο πρόσωπο, πιστεύοντας πως είναι η Άννα, συνειδητοποιεί πως είναι η ίδια. Σε μία απελπισμένη και αποφασιστική στιγμή προσπαθεί να σώσει την σωσία της, συνειδητοποιώντας ωστόσο, πως η σωσίας της δεν μπορεί να περάσει από την άλλη πλευρά του καθρέφτη. Καταλαβαίνοντας πως δεν υπάρχει διαφυγή η σωσίας αφήνει το χέρι της Ζωής.
Η Ζωή ξυπνάει το πρωί στο δωμάτιο της, ντύνεται και πηγαίνει μία βόλτα δίπλα στη θάλασσα στην τώρα ζωντανή και γεμάτη φασαρία πόλη. Καθώς στέκεται και κοιτάζει τα κύματα, γνωρίζει μία κοπέλα, την Άννα, που κάθεται λίγο πιο δίπλα. Οι δύο κοπέλες κάθονται δίπλα στην θάλασσα και μιλάνε.
Μικρού μήκους ντοκιμαντέρ, βασισμένο στον Κινηματογράφο της Παρατήρησης. Μια προσωπογραφία του επιστάτη του Βρετανικού Νεκροταφείου της Κέρκυρας , κ. Γιώργο Ψάιλα. Παρουσιάζεται η καθημερινή ζωή του επιστάτη, αναφέρονται και σχολιάζονται από τον ίδιο οι σημαντικότερες στιγμές της ζωής του καθώς και οι προβληματισμοί του για τη ζωή και το θάνατο.
Tον Οκτώβριο του 2020 η κυβέρνηση της Πολωνίας ανακοίνωσε την σχεδόν καθολική απαγόρευση των αμβλώσεων. Ακολούθησαν καθημερινές πορείες διαμαρτυρίας μέχρι η κυβέρνηση να παγώσει τον νόμο. Δύο γυναίκες μιλούν για τη δική τους συμμετοχή στα γεγονότα και τα συναισθήματα τους για τις αποφάσεις της κυβέρνησης.
Όταν ονειρευόμαστε, πολλές από τις πληροφορίες που ακούσια συλλέγει ο εγκέφαλος κατά την διάρκεια της ημέρας, διασταυρώνονται και ενσωματώνονται με την προηγούμενη εμπειρία ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μελλοντικές συμπεριφορές.
Το έργο συνθέτει μια σειρά από τυχαία αντικείμενα που σχετίζονται με την ιστορία της τέχνης και του σχεδιασμού, άλλοτε διακοσμητικά κι άλλοτε χρηστικά, μετατρέποντάς τα σε ένα μη οριστικό αντικείμενο [μπουκέτο] που επιπλέει στο χώρο.
Ο χρόνος εμπειρίας της καραντίνας λειτούργησε ως εξανθρωπισμένος χρόνος. Η προηγούμενη κοινωνική βαρβαρότητα φυλακίστηκε στο οικείο κλουβί της ψυχής μου και έγινε ο χρόνος δημιουργίας μου. Κάθε μέρα ήταν ο φίλος μου, ένα αιώνιο κυκλικό και δυναμικό παρόν, μια συνείδηση χωρίς συγκρούσεις. Ήταν σαν μια αιωνιότητα που βιώνεται διαφορετικά κάθε στιγμή. Μια άνευ προηγουμένου μορφή ακινησίας με έπιασε και διαιωνίστηκε σε πολλά αφηρημένα θραύσματα που τελικά διαμόρφωσαν τη νέα υφή της ύπαρξής μου, σε αυτήν την περίεργη απομόνωση. Έγινε από το σφάγιο του χρόνου που ήμουν πριν, η ποιοτική του αποσύνθεση… Η πραγματικότητα παραμορφώθηκε και βιώθηκε απατηλά. Ο χρόνος από την αποξένωση που ήταν πριν, άλλαξε και έγινε το εξώφυλλο της γδαρμένης αλήθειας του εαυτού μου. Αυτός ο χρόνος, ονειρευόταν η συνείδησή μου να ζει.
Ένα ολιγόλεπτο ντοκιμαντέρ-πορτραίτο, μέσα από το οποίο μας συστήνεται η καταξιωμένη ομποΐστα, Ισιδώρα Κοψιδά.
Μια σκέψη πάνω σε σε όλα αυτά που δεν ακούμε, μέχρι να μην μπορούμε παρά να ακούμε. Ένα animation με πρωταγωνιστή ένα πλάσμα που ακροβατεί ανάμεσα στις λέξεις που τη στοιχειώνουν.