Το δωμάτιο

Πού πηγαίνουν οι μνήμες όταν χάνονται; Και όταν δεν τις ανακαλώ, βρίσκονται εκεί που τις άφησα; Σε αυτό το δωμάτιο, το τόσο "ιδιωτικό" και αμετάκλητο όσο και η μνήμη μας, τα αντικείμενα εμψυχώνουν μία σειρά από σενάρια. Μία θύμηση κατακλύζει το δωμάτιο, μία άλλη δυσκολεύεται να φανερωθεί, μία άλλη διαρρέει μπρος και πίσω στο χρόνο. Η έννοια του "άλλου" αιωρείται ανάμεσα σε δύο καταστάσεις, σε αυτό που πέρασε, και σε αυτό που ανασύρεται κάθε φορά. Άλλωστε ποτέ δεν θυμόμαστε αυτούσια ή αντικειμενικά το συμβάν και το χώρο του. Πάντοτε εμψυχώνουμε την ανάμνηση με το δικό μας τρόπο. Μέσα από συνεχείς ανακλήσεις που προσπαθούν να διαιωνίσουν την ύπαρξη του "δωματίου", οι μνήμες συνομιλούν με το χώρο και το χρόνο, και μαζί με ένα μέρος του εαυτού μας. Είτε ως παρελθόν, είτε ως λήθη, είτε ως απώλεια, μοιάζουν να περιέχουν κάτι από αυτό που έχουμε ήδη χάσει.
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Τηλιγάδης Μουσική / Ηχητικός Σχεδιασμός: Απόστολος Λουφόπουλος Εικόνα / Εικαστικός Σχεδιασμός: Αγγελική Μαλακασιώτη
Σχετικά Έργα
Το έργο συνθέτει μια σειρά από τυχαία αντικείμενα που σχετίζονται με την ιστορία της τέχνης και του σχεδιασμού, άλλοτε διακοσμητικά κι άλλοτε χρηστικά, μετατρέποντάς τα σε ένα μη οριστικό αντικείμενο [μπουκέτο] που επιπλέει στο χώρο.
Στιγμές που συναντιούνται και συνθέτουν κάποιες καινούριες μέσα από clips λίγων δευτερολέπτων. Κοινό τους σημείο αποτελεί η συνειρμική σκέψη κατά τη δημιουργία τους και η αίσθηση της σουρεαλιστικής ονειρικής διάθεσης.
Φιλμ-δοκίμιο που αναζητά μνημονικά ίχνη από μείζονα πολιτικά γεγονότα στο σώμα της πόλης της Αθήνας.
Η Ζωή είναι μία 25χρονη φοιτήτρια, που ζει στο νησί της Κέρκυρας στην Ελλάδα, μαζί με τη μοναδική της φίλη και συγκάτοικο Άννα. Ξυπνώντας αργά ένα απόγευμα, η Ζωή συνειδητοποιεί πως η φίλη της αγνοείται και την αναζητεί μόνη μέσα στη νύχτα. Η παράξενα άδεια και ήσυχη πόλη, μία σειρά από περίεργα γεγονότα και η αίσθηση πως κάποιος την παρακολουθεί, την κάνουν να καταλάβει πως κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει και η ανάγκη της να βρει τη φίλη της γίνεται μεγαλύτερη.
Την ίδια στιγμή, έρχεται αντιμέτωπη με μία σκοτεινή, μαυροντυμένη ανθρώπινη φιγούρα που προσπαθεί να την αιχμαλωτίσει. Στην προσπάθεια της να διαφύγει, η Ζωή βρίσκεται σε ένα λευκό δωμάτιο που μέσα δεν έχει τίποτα άλλο παρά μόνο έναν καθρέφτη.
Καθώς προχωράει πιο κοντά στον καθρέφτη βλέπει πως κάποιος είναι παγιδευμένος μέσα σε ένα άλλο δωμάτιο. Πιστεύοντας πως είναι η Άννα πλησιάζει περισσότερο και περνάει μέσα από τον καθρέφτη στο άλλο δωμάτιο.
Καθώς κάθεται δίπλα στο άλλο πρόσωπο, πιστεύοντας πως είναι η Άννα, συνειδητοποιεί πως είναι η ίδια. Σε μία απελπισμένη και αποφασιστική στιγμή προσπαθεί να σώσει την σωσία της, συνειδητοποιώντας ωστόσο, πως η σωσίας της δεν μπορεί να περάσει από την άλλη πλευρά του καθρέφτη. Καταλαβαίνοντας πως δεν υπάρχει διαφυγή η σωσίας αφήνει το χέρι της Ζωής.
Η Ζωή ξυπνάει το πρωί στο δωμάτιο της, ντύνεται και πηγαίνει μία βόλτα δίπλα στη θάλασσα στην τώρα ζωντανή και γεμάτη φασαρία πόλη. Καθώς στέκεται και κοιτάζει τα κύματα, γνωρίζει μία κοπέλα, την Άννα, που κάθεται λίγο πιο δίπλα. Οι δύο κοπέλες κάθονται δίπλα στην θάλασσα και μιλάνε.
Η βιντεοεγκατάσταση στην έκθεση τονίζει και ταυτοχρόνως αναιρεί τη χρονικότητα ενός μέσου που η κυρίαρχη μορφή έκφρασης του είναι ο χώρος.
Η ατμόσφαιρα του χώρου και η συναισθηματική φόρτιση είναι τα κυρίαρχα σημεία στο έργο. Τα παράθυρα ως πρωταγωνιστές έχουν διττή σημασία. Τα διαδικτυακά παράθυρα -καρτέλες- ως μέσο κοινωνικοποίησης και επικοινωνίας, υποκατάστατο μιας ζωής.
Το animation είναι η εμψύχωση του παραμυθιού " Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας". " Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας " είναι μια από τις ιστορίες του ψυχίατρου Χόρχε Μπουκάι από το βιβλίο του "Να σου πω μια ιστορία" που την αφηγείται στον θεραπευόμενο του. Αναφέρεται στην απορία ενός παιδιού που παρατηρεί ότι ένας τεράστιος ελέφαντας του τσίρκου παραμένει δεμένος σε ένα μικρό ξυλαράκι χωρίς να προσπαθεί να ελευθερωθεί και χωρίς να διαμαρτύρεται. Ο ελέφαντας του τσίρκου παρέμενε δεμένος στο μικροσκοπικό του παλούκι γιατί «η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του».
Την ώρα που ο παρατηρητής βρίσκεται μπροστά σε ένα έργο τέχνης και προσπαθεί να το καταλάβει, μπαίνει συνειδητά σε μια διαδικασία αναγνώρισης. Αυτό το επιτυγχάνει διότι ο εγκέφαλος αναγνωρίζει στο έργο τη σχέση μεταξύ κάποιων σχημάτων ή χρωμάτων και, αυτόματα, τα επαναφέρει στην μνήμη του. Αυτή η διαδικασία επιφέρει τις κατάλληλες συνθήκες για την δημιουργία νέων νευρωνικών επισυνάψεων. Χρησιμοποιώντας αυτές τις σταθερές, ο καλλιτέχνης προτείνει μια οπτικοακουστική performance με παρεμβολή του ήχου στην εικόνα σε πραγματικό χρόνο.
Το παρόν έργο αποτελεί μια ψηφιακή, διαδραστική, οπτικοακουστική εφαρμογή που δύναται να λειτουργεί είτε ως εικονική εγκατάσταση με ταυτόχρονη προβολή του περιεχομένου σε φυσικό χώρο είτε ως εκτελέσιμο ψηφιακό πολυμέσο σε οποιοδήποτε ηλεκτρονική υπολογιστή, συμβατό με τις τεχνικές προδιαγραφές της. Πραγματεύεται τη ροή της πληροφορίας, τη δημιουργία, συλλογή, αποθήκευση, ερμηνεία και αξιοποίησή της μέσα από αντιληπτικούς μηχανισμούς που μεταλλάσσονται -επαυξάνονται ή υποβαθμίζονται- με τα διαθέσιμα εργαλεία της ψηφιακής πραγματικότητας και τη μετουσίωση αυτής από μια αλληλουχία σειριακών τιμών παρακείμενων και αναφορικών σε ένα ενιαίο συγκείμενο, σε αυτό που αποκαλείται ως νόημα ή σημασία. Οι συμμέτοχοι αυτής της πραγματικότητας καλούνται να εμπλακούν στο βαθμό νοηματοδότησης που τους εκφράζει και που κυμαίνεται από την καθαρά προσληπτική και εμπειρική θέαση έως την μανιώδη αποσαφήνιση του συνόλου του περιεχομένου.
Η ομάδα AVARTS με το έργο “Filter Bubbles” φιλοδοξεί να εγείρει τον κριτικό προβληματισμό γύρω από το μέγεθος της ευθύνης που αποδίδεται στους αλγόριθμους και την τεχνολογία ως προς την διαμόρφωση αυτών των “φυσαλίδων απομόνωσης”. Επιπλέον, μέσα από την καλλιτεχνική διαδικασία, στοχεύει να εξασθενήσει τους βρόγχους θετικής ανάδρασης που γιγαντώνουν την ατελή πληροφόρηση, καλλιεργούν τον φόβο και υπονομεύουν την δημιουργικότητα.












